Για μία ακόμη γνώμη παραθέτω κομμάτι απο τους 4Τ 1'2000.
'ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΕΣ
Τα ανοιχτά αυτοκίνητα υποτίθεται ότι είναι φτιαγμένα για «χαλαρή» οδήγηση και καλοκαιρινές βόλτες στους παραλιακούς δρόμους. Mόνο υποτίθεται όμως, αφού πολλά σημερινά κάμπριο δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τα αντίστοιχα σπορ κουπέ. Μια επίσκεψη στα Μέγαρα με το Aουντι ΤΤ Ρόουντστερ και το Χόντα S2000, μας πείθει και με το παραπάνω για οποιεσδήποτε αμφιβολίες, ίσως, είχαμε...
ΛIΓA χρόνια πριν, είχαμε συνηθίσει να μην παίρνουμε ιδιαίτερα στα σοβαρά τα ανοικτά αυτοκίνητα, τουλάχιστον από οδηγικής άποψης. Με ελάχιστες (και συνήθως πανάκριβες) εξαιρέσεις, τα κάμπριο αντιμετώπιζαν το πολύ βασικό πρόβλημα της μέτριας ακαμψίας του αμαξώματος, γεγονός που δεν έδινε στις αναρτήσεις και στο σύστημα διεύθυνσης την ακρίβεια που απαιτεί η πραγματικά γρήγορη οδήγηση. Μπορεί να μην υπήρχε ουσιαστικό πρόβλημα ενεργητικής ασφάλειας, αλλά όταν στρίβεις σε μια γρήγορη καμπή και αισθάνεσαι το παρμπρίζ να τρέμει, το αμάξωμα να «λαστιχάρει» και το τιμόνι να απαιτεί διαρκείς διορθώσεις για να παραμείνει το αυτοκίνητο στην αρχική του πορεία, σου κόβεται αμέσως η όρεξη για κάτι περισσότερο.
Κι όμως, τα δύο ανοιχτά αυτοκίνητα που οδηγούμε «σήμερα», σε καμία περίπτωση δεν παρουσιάζουν τα παραπάνω συμπτώματα και, μάλιστα, όχι μόνο στο δρόμο αλλά ακόμα και στην πίστα των Μεγάρων. Οδηγώντας το ΤΤ Ρόουντστερ, πραγματικά νομίζεις ότι οδηγείς το κλειστό μοντέλο, αφού δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές σε επίπεδα ακριβείας από την ακαμψία του πλαισίου. Μεγαλύτερη εντύπωση όμως κάνει το S2000, που με το ακόμα πιο «αγωνιστικό» του στήσιμο, κάνει πιο έντονη την αίσθηση της ακαμψίας του πλαισίου. Τόσο καλό όσο ένα κλειστό αμάξωμα ή, ακόμα καλύτερα, «σαν αγωνιστικό μονοθέσιο», (ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι τα μονοθέσια καθ' υπέρβασιν μπορούν να καταταχθούν στα... κάμπριο!).
Ας δούμε, όμως, τι κάνουν τα δύο αυτοκίνητα στην πίστα, με τη βοήθεια όχι μόνο της υποκειμενικής αίσθησης αλλά και του χρονομέτρου, καθώς και των ηλεκτρονικών μας οργάνων που καταγράφουν όλες τις λεπτομέρειες.
Τετρακίνητο τούρμπο εναντίον πισωκίνητου ατμοσφαιρικού...
...ή αλλιώς, διαφορετικό αποτέλεσμα από διαφορετική φιλοσοφία, χωρίς να τίθεται θέμα απευθείας αντιπαράθεσης. Η «κόντρα» είναι απολύτως θεωρητική και απλώς μας βοηθάει να βγάλουμε ενδιαφέροντα τεχνικά συμπεράσματα και να εκτιμήσουμε καλύτερα τα επιμέρους χαρακτηριστικά του καθενός σε σύγκριση με το άλλο. Γνωρίζουμε ότι ο «γύρος πίστας» δεν είναι το άμεσο ζητούμενο για τον υποψήφιο αγοραστή της κατηγορίας, όμως είναι μια διαδικασία που δεν παύει να μας δίνει ενδιαφέροντα συμπεράσματα, να μας επιβεβαιώνει την αίσθηση από τον ανοιχτό δρόμο, να μας λύνει απορίες αλλά και ενίοτε να μας εκπλήσσει.
Υπόδειγμα ευχρηστίας
Ξεκινώντας από το Aουντι, και αν χρησιμοποιήσουμε σαν επιπλέον μέτρο σύγκρισης την έκδοση κουπέ του ΤΤ των 225 ίππων που είχαμε οδηγήσει στον ίδιο χώρο πριν από μερικούς μήνες, καταρχάς θα παρατηρήσουμε ότι το ΤΤ Ρόουντστερ είναι πιο εύκολο στη γρήγορη οδήγηση, αφού φαίνεται ότι έχουν εξαλειφθεί εντελώς τα υπερστροφικά χαρακτηριστικά στο απότομο άφημα του γκαζιού, που είχαν τρομάξει τόσο το γερμανικό κοινό (τόσο μάλιστα ώστε η εταιρία να προβεί σε ανάκληση του μοντέλου και αλλαγές στη ρύθμιση της ανάρτησης). Η ανοιχτή έκδοση του ΤΤ παρουσιάζεται ιδιαίτερα φιλική, ακόμα και σε οριακούς ρυθμούς, με περίσσεια πρόσφυσης και την πιο ουδέτερη και ισορροπημένη οδική συμπεριφορά από όλη τη σειρά των τετρακίνητων αυτοκινήτων της γερμανικής εταιρίας. Μόνο όταν επιμείνει κανείς και «ακουμπήσει» πάνω στο πλαίσιο και τις αναρτήσεις, αρχίζουν να υπερφορτώνονται τα λάστιχα παραγωγής και φαίνεται πλέον το βάρος του αμαξώματος (1.475 κιλά αντί για 1.395 της κλειστής έκδοσης). Και πάλι όμως, η μόνη αντίδραση είναι μια ελαφριά και προοδευτική υποστροφή, που εύκολα ελέγχεται χωρίς περαιτέρω προβλήματα. Έτσι, ο μοναδικός κίνδυνος που διατρέχει ο οδηγός του Aουντι είναι να εξαντλήσει το πλάτος του δρόμου από κακή εκτίμηση, που και πάλι μόνο από υπερβολή μπορεί να συμβεί.
Ο χρόνος του γύρου πίστας την ημέρα της δοκιμής μας βρισκόταν σταθερά στο 1:17.0, δηλαδή περίπου δύο δευτερόλεπτα χειρότερα σε σχέση με το χρόνο που είχε πετύχει το κλειστό ΤΤ στην ίδια πίστα πριν από τρεις, περίπου, μήνες. Η διαφορά αυτή (όπως μας έδειξαν και οι μετρήσεις μας) οφείλεται κατά κάποιο μικρό ποσοστό στις ελαφρά χειρότερες επιδόσεις του βαρύτερου ΤΤ Ρόουντστερ, αλλά κυρίως στο πιο εύκολο και φιλικό στήσιμο, που όμως αποδεικνύεται λίγο πιο αργό, κυρίως στις κλειστές στροφές, όπου λείπουν οι ελαφριές υπερστροφικές τάσεις της πρώτης έκδοσης του ΤΤ που οδηγήσαμε προ μηνών.
Υπάκουο καθαρόαιμο!
Όσοι φαντάζονταν ότι με 240 ίππους στους πίσω τροχούς το S2000 θα ήταν ένα δύσκολο και δύστροπο αυτοκίνητο, διαψεύστηκαν, και με το παραπάνω, στη δοκιμή στην πίστα, όπου το ιαπωνικό σπορ αυτοκίνητο αποδείχθηκε ταυτόχρονα ιδιαίτερα ικανό αλλά και φιλικό. Κλειδί στην εξαιρετική εικόνα είναι η ιδανική κατανομή του βάρους(50-50%) ανάμεσα στον εμπρός και στον πίσω άξονα, καθώς και το μικρό (για την κατηγορία) συνολικό βάρος των 1.260 κιλών. Σε συνδυασμό, λοιπόν, και με τις αναρτήσεις με διπλά ψαλίδια, αλλά και με το δεδομένο της πολύ καλής πρόσφυσης από τα ελαστικά 205/55-16 εμπρός και 225/50-16 πίσω, το σύνολο θυμίζει πολύ περισσότερο ένα καλοζυγισμένο αγωνιστικό αυτοκίνητο παρά ένα άγριο ρόουντστερ. Σημαντικό στοιχείο που συνθέτει την τελική εικόνα είναι, σίγουρα, η περιοχή ιδανικής λειτουργίας του κινητήρα (6-9.000 σ.α.λ.) σε συνδυασμό με το κιβώτιο των έξι σχέσεων με τη σπορτίφ κλιμάκωση. Οι σχέσεις είναι σαφώς πιο κοντές σε σύγκριση με το Aουντι, όμως οι επιπλέον 2.000 σ.α.λ. που διαθέτει ο κινητήρας του Χόντα, του δίνουν και αντίστοιχα χλμ./ώρα, για να «τραβήξει» ο οδηγός τις ταχύτητες αν αλλάζει στον κόφτη (όπως άλλωστε ταιριάζει σε έναν τόσο πολύστροφο κινητήρα). Έτσι, πέρα από τη διασκέδαση του κινητήρα που γυρνάει χωρίς πρόβλημα στο όριο και το παιχνίδι με τον πραγματικά τέλειο επιλογέα (δε θυμόμαστε καλύτερο σε αυτοκίνητο παραγωγής!), βγαίνουν και μεγάλες διαφορές στους χρόνους, αφού το αυτοκίνητο «βολεύεται» πολύ καλύτερα στην κλειστή πίστα, κρατώντας τη 2η ταχύτητα και επιταχύνοντας εκεί που τα περισσότερα βάζουν 3η με λιγότερες στροφές.
Με γύρο πίστας 1:13.60 (και χωρίς μάλιστα να εξαντλήσουμε τα όρια!) και 160,4 χλμ./ώρα στο τέλος της ευθείας (154,6 για το ΤΤ Ρόουντστερ και 155,4 για το κλειστό ΤΤ 225 hp, ενώ το ΤΤ των 180 ίππων είχε φτάσει μόλις τα 141,6), το S2000 εντυπωσιάζει όχι μόνο στην αίσθηση αλλά και στα χρονόμετρα, προκαλώντας το θαυμασμό και το σεβασμό μαζί για τη δουλειά των Iαπώνων μηχανικών, ασχέτως εάν συμφωνεί κανείς με τις συγκεκριμένες επιλογές και το υπερβολικά ισορροπημένο (έως και βαρετό για ορισμένους) σύνολο.
Αντί συμπεράσματος...
...αφού αν πιστεύαμε ότι υφίσταται λόγος για απευθείας αντιπαράθεση, θα την είχαμε κάνει με τη μορφή μιας πλήρους συγκριτικής δοκιμής. Όμως, θεωρούμε ότι τα δύο αυτοκίνητα έχουν κάποια κοινά στοιχεία στα τυπικά τους προσόντα, που περιορίζονται στον αριθμό των θέσεων, στην ανοιχτή οροφή και στο παραπλήσιο κόστος, επί της ουσίας, όμως, διαφέρουν σημαντικά στη φιλοσοφία και στο κοινό στο οποίο στοχεύουν. Έτσι, δεν έχουμε απάντηση στο ερώτημα «ποιο είναι πιο καλό» ή «ποιο να αγοράσει κανείς». Ο αγοραστής της συγκεκριμένης κατηγορίας και οικονομικής δύναμης έχει τα δικά του κριτήρια και για τους περισσότερους δεν υπάρχει δίλημμα, καθώς θα έχουν τους δικούς τους λόγους να προτιμήσουν το ένα ή το άλλο. Από τεχνικής άποψης πάντως, οι διαφορές που διαπιστώσαμε έχουν καταγραφεί αναλυτικά και ως συμπέρασμα κρατούμε την υποδειγματική ενεργητική ασφάλεια και ευκολία οδήγησης του ΤΤ Ρόουντστερ, καθώς και την εξαιρετική (αν και λίγο «μοτοσικλετιστική») απόδοση του συνόλου κινητήρα-κιβωτίου-πλαισίου του S2000._4Τ
Μετρήσεις πίστας
Ακολουθώντας την καθιερωμένη πλέον διαδικασία, εκτός από το γύρο της πίστας χρησιμοποιούμε τα ηλεκτρονικά μας όργανα για να καταγράψουμε τις ταχύτητες των αυτοκινήτων στο τμήμα από την εκκίνηση μέχρι και τη δεξιά στροφή στην αρχή της ευθείας. Από τα διαγράμματα φαίνεται σαφώς ότι το S2000 είναι παντού ταχύτερο, κερδίζοντας, τόσο στις ευθείες (σημεία 1,3,6) όσο και στις αργές στροφές (σημεία 2 και 5), όπου, ζυγίζοντας το αυτοκίνητο στα όρια της πρόσφυσης και στρίβοντας ουδέτερα, έχουμε καλύτερη έξοδο χωρίς χρονοβόρα υποστροφή'