Για πόσο ακόμα αντέχει ο κόσμος το φιάσκο στο Ιράν;
Για πόσο ακόμα αντέχει ο κόσμος το φιάσκο στο Ιράν;
Ο πόλεμος κατά του Ιράν που υποτίθεται πως θα ανέτρεπε γρήγορα το καθεστώς της Τεχεράνης βρίσκεται πλέον στον όγδοο μήνα του, χωρίς να διαφαίνεται κάποιο τέλος στον ορίζοντα. Τι μπορεί, λοιπόν, να έπεται; Το ερώτημα θέτει σε ανάλυσή του ο Μάρτιν Γουλφ των Financial Times. Αποφεύγει να απαντήσει αμέσως, κάνει, όμως, μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση: δεν πρέπει ποτέ να υποτιμάται η ανθρώπινη ανοησία αλλά ούτε και η επινοητικότητα και, έως σήμερα, η δεύτερη φαίνεται να αντισταθμίζει τις συνέπειες της πρώτης. Για πόσο ακόμη όμως; Αυτό είναι το κρίσιμο ερώτημα σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομικό σχολιαστή της λονδρέζικης εφημερίδας.
Επικαλούμενος τον αμερικανό πολιτικό επιστήμονα Τζον Μιρσχάιμερ, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, ο οποίος περιγράφει τον πόλεμο εναντίον του Ιράν ως «Μητέρα Ολων των Στρατηγικών Σφαλμάτων», ο Γουλφ θυμίζει πως οι ΗΠΑ επιτέθηκαν στο Ιράν, προβάλλοντας τον ψευδή ισχυρισμό ότι η Τεχεράνη απείχε ελάχιστα βήματα από το να αποκτήσει κάποιου είδους πυρηνικό όπλο. Θεώρησαν επίσης ότι οι αεροπορικές επιδρομές θα επέφεραν την ανατροπή του καθεστώτος, παρότι δεν έχει επιτευχθεί ποτέ κάτι αντίστοιχο. Και δεν είχαν προβλέψει τι θα έκαναν, εάν η Τεχεράνη έκλεινε τα Στενά του Ορμούζ.
Ακόμα και αν ο ισχυρισμός περί πυρηνικών δεν ήταν ψευδής, τα άλλα δύο είναι σωστά. Οπως επίσης και ότι τυχόν οικονομικές κυρώσεις σπάνια έχουν το προσδοκώμενο αποτέλεσμα.
Οι ΗΠΑ δεν πέτυχαν τελικά κανέναν από τους τέσσερις βασικούς στόχους τους: να ανατρέψουν το καθεστώς, να εξαλείψουν την ικανότητα του Ιράν να εμπλουτίζει ουράνιο και να κατασκευάζει πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς και να το υποχρεώσουν να σταματήσει να στηρίζει τη Χαμάς στη Γάζα, τη Χεζμπολάχ στο Λίβανο και τους Χούθι στην Υεμένη.
Ενδεχομένως τα περί ουρανίου να είναι εν μέρει επιτυχία αν έχει επιβραδυνθεί ή σταματήσει το πρόγραμμα εμπλουτισμού αλλά τα 400-500 κιλά εμπλουτισμένου 60-τόσο % ουρανίου παραμένουν σε κάποιο λαγούμι στο Ιράν.
Τα υπόλοιπα 3 είναι προφανώς αλήθεια.
Το κλείσιμο των Στενών έχει ήδη προκαλέσει σημαντική ζημιά στη διεθνή οικονομία -ενώ τα χειρότερα ενδέχεται να έπονται- κλονίζοντας, παράλληλα, το πλέγμα συμμαχιών των ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο και όχι μόνο. «Το μέγεθος της ανοησίας είναι πράγματι εντυπωσιακό», σχολιάζει ο Μάρτιν Γουλφ. Επισημαίνει, ωστόσο, πως υπάρχει ένα στοιχείο που περιπλέκει την εικόνα: ο πόλεμος μπορεί να ήταν όντως ολέθριο στρατηγικό λάθος, αλλά η οικονομική ζημιά που προκλήθηκε έγινε μεν αισθητή αλλά ήταν πολύ μικρότερη από όσο αναμενόταν. Αρχικά πολλοί αναλυτές και ειδικοί εκτιμούσαν πως η διαταραχή της εφοδιαστικής αλυσίδας θα εκτόξευε τις τιμές του πετρελαίου στα 200 δολάρια το βαρέλι, εκτινάσσοντας τον πληθωρισμό και οδηγώντας την παγκόσμια οικονομία σε ύφεση. Τελικά, όμως, η τιμή του πετρελαίου έφτασε μέχρι τα 126 δολάρια το βαρέλι (τον περασμένο Απρίλιο). Σήμερα η τιμή του αργού, χωρίς να υπολογίζεται η επίδραση του πληθωρισμού, εξακολουθεί να κυμαίνεται κοντά στον μέσο όρο της περιόδου από το 1972 μέχρι σήμερα.
Ενδιαφέρον αυτό, με άλλα λόγια "deja vu" σε ό,τι αφορά την τιμή του πετρελαίου. Η τιμή του πετρελαίου ήταν στα ίδια επίπεδα το 2022 επί εισβολής στην Ουκρανία και επίσης υποθέτω (βαριέμαι να το ψάξω) το 1973, το 1979 και το 1990.
Πώς εξηγείται αυτό, όταν τον Μάρτιο ο επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, Φατίχ Μπιρόλ έκανε λόγο για τη μεγαλύτερη ενεργειακή απειλή στην Ιστορία; «Η ανθρώπινη επινοητικότητα είναι η απάντηση», γράφει ο βρετανός δημοσιογράφος. Τι ακριβώς, όμως, σημαίνει αυτό στην προκειμένη περίπτωση; Πρώτον, η ενεργειακή μετάβαση είχε ήδη περιορίσει την εξάρτηση της παγκόσμιας οικονομίας από το πετρέλαιο· δεύτερον, οι εφοδιαστικές αλυσίδες άντεξαν στην πίεση, καταφέρνοντας, παράλληλα να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες· τρίτον, οι παραγωγοί εκτός Μέσης Ανατολής αύξησαν γρήγορα την παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου· τέταρτον, το όποιο έλλειμμα παρέμενε, καλύφθηκε με πετρέλαιο από τα αποθέματα.
Αρα η χρήση των αποθεμάτων δεν εξηγεί από μόνη της τη (σχετική) συγκράτηση των τιμών, είναι συνδυασμός παραγόντων.
Το πετρέλαιο ρέει αλλά τα καύσιμα ακριβαίνουν
Οι χώρες του Κόλπου κατάφεραν, όντως, να προσαρμοστούν σε αξιοσημείωτο, μάλιστα, βαθμό: σύμφωνα με προκαταρκτικές εκτιμήσεις στα τέλη του προηγούμενου μήνα από τη Μέση Ανατολή εξάγονταν περίπου 16,3 εκατ. βαρέλια την ημέρα (εκ των οποίων περίπου 9,7 εκ. μέσω των Στενών του Ορμούζ) ενώ τον περασμένο Φεβρουάριο, πριν από το ξέσπασμα του πολέμου, εξάγονταν 19,5 εκατομμύρια ημερησίως. Πρόκειται αναμφίβολα για ένα εντυπωσιακό επίτευγμα. Στην καθημερινότητά μας, όμως, δεν χρησιμοποιούμε αργό πετρέλαιο, αλλά τα προϊόντα που παράγουν τα διυλιστήρια. Και τα διυλιστήρια του Κόλπου έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές.
Δεν ξέρω αν τα διυλιστήρια του Κόλπου εξάγουν σημαντικές ποσότητες ή είναι κυρίως για χρήση στην περιοχή. Πάντως πλην Ιράν δεν ακούγονται ελλείψεις καυσίμων στην περιοχή (όπως πχ. στη Ρωσία).
Μπορεί η έλλειψη ντίζελ στις ΗΠΑ να οφείλεται στο ό,τι τα αμερικανικά διυλιστήρια είναι προσανατολισμένα περισσότερο στη βενζίνη και την κηροζίνη (πιο επικεδρή υποθέτω) και εισάγουν το ντίζελ από άλλες χώρες.
Επιπλέον μπορούν να επεξεργάζονται συγκεκριμένους τύπους πετρελαίου, οπότε η αντικατάστασή τους με άλλους δεν είναι απλή υπόθεση. Οπότε προέκυψαν ελλείψεις καυσίμων (κυρίως ντίζελ) γεγονός που ώθησε τον Ντόναλντ Τραμπ να εξετάζει ακόμη και την αναστολή των αμερικανικών εξαγωγών. Παράλληλα αυξήθηκαν και οι τιμές άλλων προϊόντων (περισσότερο από όσο οι τιμές του αργού) ιδίως του φυσικού αερίου και του θείου.
Η επίδραση της ΤΝ
Παρ’ όλα αυτά η παγκόσμια οικονομία άντεξε και στη διαταραχή της εφοδιαστικής αλυσίδας και στην αύξηση των τιμών, γεγονός το οποίο ο γνωστός οικονομολόγος Νουριέλ Ρουμπινί αποδίδει (σε άρθρο του στο Project Syndicate) σε μεγάλο βαθμό στην τεράστια αύξηση των επενδύσεων που έχει πυροδοτήσει η Τεχνητή Νοημοσύνη. Ωστόσο, για τη μελλοντική καλή υγεία της παγκόσμιας οικονομίας, αυτό που έχει σημασία δεν είναι το ύψος των επενδύσεων, αλλά ο ρυθμός ανάπτυξής της καθώς και η τελική οικονομική συμβολή της ίδιας της ΤΝ. Οτι κάποια στιγμή οι επενδύσεις θα επιβραδυνθούν είναι σίγουρο· αντιθέτως κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα τα οικονομικά οφέλη της ΤΝ ενώ τεράστιο ζήτημα αποτελούν και οι πολλοί κίνδυνοι (έως και υπαρξιακοί) που εγκυμονεί αυτή η εξαιρετική τεχνολογία.
Νταξ δεν είμαι σίγουρος πως κολλάει στη συζήτηση η ΤΝ (συγνώμη "ΥΝ" σύμφωνα με το τραμπικό newspeak για καθιερωμένους επί δεκαετίες επιστημονικούς όρους...)
Υφίστανται, όμως, και άλλα κρίσιμα ζητήματα, με τον Γουλφ να αναφέρεται ενδεικτικά στο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους σε μια περίοδο αύξησης των επιτοκίων. Η Γαλλία, η Βρετανία και οι ΗΠΑ είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένες, όμως ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος για τις χώρες που βασίζονται στον βραχυπρόθεσμο δανεισμό, καθώς οι αυξήσεις των επιτοκίων που προκαλεί ο πληθωρισμός επιβαρύνουν πιο άμεσα τους προϋπολογισμούς τους. Το μεγάλο ερώτημα, λοιπόν, είναι εάν η ανθρώπινη επινοητικότητα θα συνεχίσει να αντισταθμίζει τις συνέπειες της ανθρώπινης ανοησίας, όπως το θέτει ο Μάρτιν Γουλφ. Εάν ναι, τουλάχιστον οι επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης θα συνεχίσουν να είναι διαχειρίσιμες. Ωστόσο αυτό δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο: η τρέχουσα κατάσταση -ειδικά όσον αφορά τη χρήση των στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου- δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον, ούτε είναι βέβαιο ότι η Κίνα θα συνεχίσει να συγκρατεί τόσο δραστικά την εγχώρια ζήτηση.
Τι θα κάνει ο Τραμπ μετά τις εκλογές;
Υπάρχει, όμως, και ένα μεγαλύτερο ερώτημα: ποια θα είναι, τελικά, η έκβαση αυτού του πολέμου; Μήπως ο Τραμπ περιμένει να περάσουν οι ενδιάμεσες εκλογές για να κλιμακώσει τις επιθέσεις; Σίγουρα, δεδομένου ότι μετά από τον Νοέμβριο θα αρχίσει να μετράει αντίστροφα, διανύοντας το υπόλοιπο της δεύτερης και τελευταίας θητείας του, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ο Τραμπ να σκεφτεί πώς θα μπορούσε να ξεμπερδέψει με τους Ιρανούς. Ο Μάρτιν Γουλφ συνεχίζει να θέτει ερωτήματα: σε αυτήν την περίπτωση πόσο μεγάλη ζημιά θα μπορούσε -και θα ήταν διατεθειμένο- να προκαλέσει το Ιράν στις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις των γειτόνων του; Θα μπορούσε μια νέα κλιμάκωση να διαταράξει ξανά τις εξαγωγές; Εναλλακτικά, θα είχε το Κογκρέσο που θα προκύψει από τις εκλογές τη δυνατότητα, αλλά και τη βούληση να σταματήσει τον Τραμπ; Η μήπως χάσει εκείνος νωρίτερα το ενδιαφέρον του, αφήνοντας τις εχθροπραξίες να καταλήξουν σε μια καχύποπτη (και πιθανότατα άτυπη) εκεχειρία; «Ενα καλό με τους αυταρχικούς ηγέτες που ενεργούν κατά το δοκούν είναι ότι βαριούνται εύκολα. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι ο Τραμπ βρίσκει πλέον πολύ διασκεδαστικό τον πόλεμο με το Ιράν. Ακόμα και ο ίδιος πρέπει να δυσκολεύεται πολύ να πιστεύει ότι επρόκειτο για θρίαμβο […] Ο Τραμπ, σίγουρα, θα μπει στον πειρασμό να ανακηρύξει τον εαυτό του νικητή και να προχωρήσει», σχολιάζει ο επικεφαλής οικονομικός σχολιαστής των Financial Times.